Η βάση του γιαουρτιού είναι το γάλα – είτε πρόκειται για αγελαδινό, πρόβειο ή κατσικίσιο. Από το γάλα όλων αυτών των ζώων μπορεί να παραχθεί γιαούρτι. Πώς όμως μετατρέπεται το γάλα σε γιαούρτι;
Πολύ απλά: στο παστεριωμένο γάλα προστίθενται βακτήρια γαλακτικού οξέος. Το μείγμα αυτό αφήνεται να «ξεκουραστεί» για αρκετές ώρες σε θερμοκρασία περίπου 40–45°C. Σε αυτές τις θερμοκρασίες τα βακτήρια αισθάνονται ιδανικά και μπορούν να πολλαπλασιαστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κατά τη διαδικασία αυτή, τα βακτήρια γαλακτικού οξέος μεταβολίζουν τη λακτόζη (το φυσικό σάκχαρο του γάλακτος) και τη μετατρέπουν σε γαλακτικό οξύ.
Οι χημικοί αποκαλούν αυτή τη διαδικασία ζύμωση (fermentation). Η ζύμωση οδηγεί σε μείωση του pH του γάλακτος, με αποτέλεσμα τα πρωτεϊνικά μόρια να ενώνονται και να πήζουν. Έτσι, το γάλα – δηλαδή το γιαούρτι – αποκτά το χαρακτηριστικό, ελαφρώς ξινό άρωμά του και μια συμπαγή υφή ή, αν στη συνέχεια αναδευτεί, μια κρεμώδη σύσταση. [1] Στη γαλακτοκομική ορολογία αυτή η διαδικασία ονομάζεται πήξιμο.
Ένα επιπλέον θετικό αποτέλεσμα είναι ότι η ζύμωση αυξάνει και τη διάρκεια ζωής του γιαουρτιού, καθώς τα βακτήρια γαλακτικού οξέος μπορούν να βοηθήσουν στην αναστολή της ανάπτυξης επιβλαβών μικροοργανισμών. [2]